Τρίτη 1 Μαΐου 2012

Το σαντούρι και το ούτι, μια ηχογραφημένη παρουσίαση

Ηχογράφηση της παρουσίασης που επιμελήθηκαν και παρουσίασαν η Αγγελίνα Τκάτσεβα και ο Γιώργος Χατζημιχελάκης στο Αετοπούλειο Πολιτιστικό Κέντρο Χαλανδρίου, 30 Απριλίου 2012

το πληροφοριακό υλικό θα το βρείτε:
για το σαντούρι εδώ
για το ούτι εδώ

Ας μην παραλείψω να αναφέρω, ότι ένα από τα συμπαθή μειονεκτήματα της αίθουσας του Αετοπούλειου είναι …. η έλλειψη εξαερισμού, που καθιστά αναγκαστικό το να μένει ανοικτή κάποια πόρτα, ιδιαίτερα κατά τις θερμές ανοιξιάτικες βραδιές όπως αυτή της συναυλίας, κάτι που σε συνδυασμό με την γειτονία του με παλιές εξοχικές κατοικίες της περιοχής, δίνει την ευκαιρία σε κάθε παραπονούμενο κατοικίδιο να συμβάλλει  ηχητικά στην διενεργούμενη συναυλία. Ο καημένος σκύλος, ο οποίος προφανώς είχε εγκαταλειφθεί στο μπαλκόνι από το φιλόζωον-μισάνθρωπον ζώον αφεντικό του, με το γάβγισμά του συνοδεύει τα περισσότερα κομμάτια…. Κατά τα άλλα η αίθουσα είναι ιδανική για την απόδοση λεπτής μουσικής, και το κοινό της εξαιρετικό, όπως και οι διοργανωτές, ζεστοί άνθρωποι που σου δημιουργούν άνεση έκφρασης.

Victor Copytsko: Pososhok (= ένα τελευταίο ποτηράκι για καλό κατευόδιο)
  


Η Αγγελίνα Τκάτσεβα μιλάει για το σαντούρι γενικά
 

Victor Copytsko: Divertimento για τσίμπελ και προπαρασκευασμένο πιάνο
(μεσαίο μέρος: σόλο τσίμπελ)



Η Αγγελίνα Τκάτσεβα μιλάει για τις τεχνικές και τα ηχοχρώματα του τσίμπελ


Ο Γιώργος Χατζημιχελάκης μιλάει για το τσίμπελ
 


Ο Γιώργος Χατζημιχελάκης για την Αγγελίνα Τκάτσεβα



Πρόλογος της Αγγελίνας Τκάτσεβα για το έργο "Επτά Μεσαιωνικά Σκίτσα"


Γιώργου Χατζημιχελάκη "Επτά Μεσαιωνικά Σκίτσα" για σόλο τσίμπελ (επιλογή τεσσάρων)


Η Αγγελίνα Τκάτσεβα μιλάει για το τσίμπελ ως αυτοτελές όργανο


Γιώργου Χατζημιχελάκη "Μικρό Βαλς" για σόλο τσίμπελ


Η Αγγελίνα Τκάτσεβα προλογίζει ένα έργο για τσίμπελ του Γιώργου Λεωτσάκου


Γιώργου Λεωτσάκου "Μικρός Μελαγχολικός Μελόρρυθμος αρ. 1" για σόλο τσίμπελ


Η Αγγελίνα Τκάτσεβα μιλάει για τον Νίκο Τάτση



Νίκου Τάτση "Μικρή Σουίτα" για σόλο τσίμπελ



Ο Νίκος Τάτσης μιλάει για το τσίμπελ στη μουσική του



Νίκου Τάτση "Ξένος"
τραγούδι: Αμαλία Τάτση,
τσίμπελ: Αγγελίνα Τκάτσεβα, κιθάρα και φωνητικά: Νίκος Τάτσης, κιθάρα: Αποστόλης Καρποντίνης



Ο Νίκος Τάτσης μιλάει για τα τραγούδια του
 


Νίκου Τάτση "Ανάθεμα τον αίτιο", βασισμένο στο ομώνυμο δημοτικό τραγούδι της Μυτιλήνης  τραγούδι: Αμαλία Τάτση,
τσίμπελ: Αγγελίνα Τκάτσεβα, κιθάρα και φωνητικά: Νίκος Τάτσης, κιθάρα: Αποστόλης Καρποντίνης



Ο Γιώργος Χατζημιχελάκης μιλάει για το ούτι



Ιμπραήμ Αλ Αρυάν "Σεμάυ Μπεγιάτι", απόδοση με ούτι (: Γιώργος Χατζημιχελάκης)



Ο Γιώργος Χατζημιχελάκης μιλάει για τη φόρμα "Σεμάυ" και για τα κομμάτια που ερμηνεύει:


Νικολάκη "Σεμάυ Μαχούρ", απόδοση με ούτι (: Γιώργος Χατζημιχελάκης)


Η Αγγελίνα Τκάτσεβα παρουσιάζει τα 2 τελευταία κομμάτια


"Τ' Αηδόνια της Ανατολής", ανασύνθεση του Γιώργου Χατζημιχελάκη από το χειρόγραφο 1203 της Μονής Ξηροποτάμου
τσίμπελ: Αγγελίνα Τκάτσεβα, ούτι και τραγούδι: Γιώργος Χατζημιχελάκης


"Εις σε Ψηλό Βουνό", ανασύνθεση του Γιώργου Χατζημιχελάκη από το χειρόγραφο της Μονής Ιβήρων
τσίμπελ: Αγγελίνα Τκάτσεβα, ρεκ: Γιώργος Χατζημιχελάκης

Σάββατο 28 Απριλίου 2012

Το σαντούρι και το ούτι


ΤΗΝ ΔΕΥΤΕΡΑ 30 ΑΠΡΙΛΙΟΥ 2012, ΩΡΑ 20:00
Η Ένωση Ελλήνων Μουσουργών
σε συνεργασία με το
Αετοπούλειο Πολιτιστικό Κέντρο Δήμου Χαλανδρίου
διοργανώνει συναυλία με τίτλο

Το σαντούρι και το ούτι
Ιστορία των οργάνων
Παραδοσιακό και σύγχρονο ρεπερτόριο


Αγγελίνα Τκάτσεβα, σαντούρι - ρώσικο σαντούρι
                            Γιώργος Χατζημιχελάκης, ούτι




Την εκδήλωση προλογίζει ο Θόδωρος Αντωνίου

Η συναυλία θα πραγματοποιηθεί στην αίθουσα συναυλιών του «Αετοπουλείου Πολιτιστικού Κέντρου»
Φιλικής Εταιρείας και Τομπάζη 18, Χαλάνδρι, τηλ: 210 6820464


Παρασκευή 27 Απριλίου 2012

Σημείωμα για το Ούτι


Ο Μουσλίμ και ο Κριστιάν παίζουν ούτι
στην Ανδαλουσία του  12ου αιώνα
Το ούτι είναι ένα διαδεδομένο μουσικό όργανο, λαουτοειδές χωρίς τάστα, που σήμερα το συναντάμε στην Β.Αφρική, στη Μέση Ανατολή, στην Αραβική Χερσόνησο, στην Ελλάδα, στην Τουρκία, στην Αρμενία, στην Περσία ακόμα και στο Καζακστάν και το Ουζμπεκιστάν.

Ονοματολογικά: η λέξη oud-ούτι, συγγενής ετυμολογικά με τη λέξη lute-λαούτο, κατά μία άποψη προέρχεται από την αραβική φράση العود (al-ʿūd), η οποία σημαίνει «μικρό κομμάτι ξύλινης φλοίδας», κάτι που σχετίζεται κατ’ άλλους με την παλαιά μορφή του πλήκτρου με το οποίο παιζόταν το όργανο (φλούδα αγριοκερασιάς), κατ’ άλλους με τις «δούγες»: τα φιλέτα ξύλου με τα οποία είναι κατασκευασμένο το σκάφος του οργάνου. (During, Jean. "'Barbat'". Encyclopedia Iranica). Κατά τον Eckhard Neubauer η αραβική λέξη oud προέρχεται από την περσική λέξη rud που σημαίνει έγχορδο όργανο λαουτοειδούς μορφής. (Douglas Alton Smith. A History of the Lute from Antiquity to the Renaissance. p. 9. - Lute Society of America (LSA), 2002. ISBN 0-9714071-0-X).

Το ούτι στην αραβική προφέρεται ʿūd ή a‘wād, στην τουρκική ud ή ut, στην αρμενική, την αζερική και την εβραϊκή ud, στα σομαλικά cuud με συνώνυμο τη λέξη kaban, ενώ στην περσική για το ούτι χρησιμοποιείται η λέξη barbat. Από τη Wikipedia

γυναικεία μορφή με πανδουρίδα
13ος π.Χ. αι., Αρχαιολογικό Μουσείο Χάιφας
Μυθολογικά-Ιστορικά-Μορφολογικά: Η μορφή του οργάνου ανάγεται στον τύπο της πανδουρίδας, η οποία κατά τους αλεξανδρινούς γραμματικούς εφευρέθηκε είτε από τους Ασσυρίους (Πολυδεύκης, IV-60), είτε από τους τρωγλοδύτες της Ερυθράς Θάλασσας (Αθήναιος, Δ’ 183F-184A, 82). Όργανα της μορφής της πανδουρίδας απαντώνται σε απεικονίσεις και σε γλυπτά ήδη από την εποχή Uruk των πολιτισμών της Μεσοποταμίας (5.000-3.000 π.Χ.), ενώ σώζονται ελληνικά αρχαϊκά (6ος π.Χ. αι.) κεραμικά αγαλματίδια και μαρμάρινα ανάγλυφα που αναπαριστούν Ταναγραίες ή Μούσες που παίζουν πανδουρίδα. Η πανδουρίδα, ως τρίχορδο όργανο, με μακρύ βραχίονα και δεσμούς (κινητά τάστα), απαντάται διαχρονικά, σε διάφορες ιστορικές περιόδους ως τις μέρες μας, από την Δ. Αφρική έως την Άπω Ανατολή.

Μούσα με πανδουρίδα
Μαντινεία, 6ος π.Χ αιώνας
 Κατά τον μεσαιωνικό άραβα σοφό Al-Farabi (872-950 ή 951) το ούτι εφευρέθηκε από τον Λαμέχ, έκτο εγγονό του Αδάμ, ο οποίος θρυλείται ότι εμπνεύστηκε το σχήμα του οργάνου πενθώντας πάνω από τον σκελετό του γιού του.

 Οι Τούρκοι ανάγουν την καταγωγή τού ουτιού στο αρχαίο όργανο kopuz, γνωστό από τους θρύλους της στέπας και των οροπεδίων στην Κεντρική Ασία, κοιτίδα των τουρκικών φύλων. Το kopuz ήταν παρόμοιο με την πανδουρίδα, και εθεωρείτο όργανο με μαγικές ιδιότητες: κατά το έθος, ομάδες οργανοπαικτών με kopuz προπορεύονταν των στρατιωτικών ταγμάτων που πήγαιναν προς τη μάχη εμψυχώνοντας τους πολεμιστές.
Kopuz 

 Το ούτι μοιάζει να ακολουθεί μια μετεξέλιξη από τη μορφή της πανδουρίδας, κοινή με αυτήν του λαούτου, με βαθμιαία σμίκρυνση του μήκους και παράλληλα διαπλάτυνση του βραχίονα, διόγκωση του αντηχείου, καθώς και σταδιακή αύξηση του αριθμού των χορδών, από τρεις σε τέσσερεις, και αργότερα σε πέντε, οι οποίες αργότερα γίνονται ζεύγη, και ως τις μέρες μας σε έξι και επτά με τις δύο βαρύτερες (6 και 7) να είναι μονές. Το ούτι διαχωρίστηκε από το λαούτο με ακόμα μεγαλύτερη σμίκρυνση του βραχίονα και με αποβολή των τάστων. Η μετεξέλιξη αυτή πρέπει να ξεκίνησε κατά την αλεξανδρινή εποχή και να συνεχίστηκε κατά τους μεσαιωνικούς χρόνους. Το ούτι φαίνεται ότι διαχωρίζεται οριστικά από το λαούτο κατά την αραβική εξάπλωση του 8ου αιώνα, και διαδίδεται από τη Δαμασκό και τη Βαγδάτη, ως την Ανδαλουσία, ως επίσημο όργανο της μουσικής του Μακάμ που έρχεται να συνεχίσει, υπό την αραβική σκέψη, αρχαιοελληνικές και περσικές λόγιες μουσικές παραδόσεις. Φημισμένος ουτίστας της εποχής αυτής είναι ο Ziryab, ο οποίος ίδρυσε σπουδαία σχολή στην Κόρδοβα. Μέσω αυτής της σχολής, διεισδύει η μουσική του Μακάμ στην Ευρωπαϊκή Δύση, εμπλουτίζοντας την οργανολογία της και χαρίζοντάς της τη μουσική φόρμα της εσταμπί.

μικρή ορχήστρα 
 Η μουσική του Μακάμ στα χρόνια της οθωμανικής αυτοκρατορίας, εξελίσσεται, και δημιουργείται ένα οικουμενικό λόγιο μουσικό ύφος στα πλαίσια της αυτοκρατορίας, το οποίο ονομάζεται αραβοπερσική μουσική. Η μουσική αυτή κατά την πορεία των αιώνων αναπτύχθηκε και άκμασε σε διάφορα κέντρα, από τη Δαμασκό έως την Μπουχάρα. Το ύφος αυτής της μουσικής, μέχρι και τον 17ο αιώνα, είναι βασισμένο στο παιχνίδι της οργανικής δεξιοτεχνίας, με μικρές φράσεις που αναπτύσσονται ως αραβουργήματα. Τα μουσικά σύνολα λιτά, απαρτίζονται από έναν ή δύο κρουστούς, οπωσδήποτε από ούτι, λύρα ή νέι (ή και τα δύο) και κανονάκι ή σαντούρι (στους πέρσες και τους βόρειους γείτονές τους). Στα σύνολα αυτά  εντάσσεται το ταμπούρ στην οθωμανική ή το ταρ στην περσική μουσική.

 Η Κωνσταντινούπολη γίνεται το κέντρο ανάπτυξης της αραβοπερσικής μουσικής κυρίως από τον 18ο αιώνα, και καθώς το αραβοπερσικό διασταυρώνεται με το βυζαντινό εκκλησιαστικό μέλος το οποίο παραλλήλως διάγει νέα ακμή, ένα νέο πιο μελισματικό ύφος προκύπτει, που το υπηρετούν οθωμανοί, χριστιανοί ορθόδοξοι, αρμένιοι, πέρσες και εβραίοι μουσικοί.

Το ούτι στις αρχές του 20ου αιώνα φτάνει σε κατασκευαστική ακμή επίσης,  από έναν δεξιοτέχνη κατασκευαστή, θρυλικό ως τις μέρες μας, τον κωνσταντινουπολίτη Μανόλη Βενιό. Ο Μανόλης δίνει μια κομψή γραμμή στο σκάφος, μικραίνοντάς το, και με τεχνικά μυστικά τα οποία ακόμη αναζητούνται, στρογγυλεύει και γλυκαίνει τον ήχο του οργάνου. Ένα γνήσιο ούτι «μανόλ» θεωρείται σπάνιο απόκτημα, φέρον αίγλη περίπου ενός Στραντιβάριους.

Udi Hrant (1901-1978)
Στις αρχές του 20ου αιώνα δεσπόζουν η μορφή του αρμενικής καταγωγής ουτίστα (Udi) Hrant Kenkulian (1901-1978), τον οποίο ισαγωνίζεται ο ελληνικής καταγωγής, επίσης κωνσταντινουπολίτης, Γιώργος Μπατζανός (1900-1977) που θεωρείται κορυφαίος και αξεπέραστος έως και σήμερα. Πλάι στο νέο ύφος της αραβοπερσικής μουσικής, το οποίο καλλιεργήθηκε στην Κωνσταντινούπολη, και βαθμιαία ενδύθηκε τον όρο οθωμανική και αργότερα τουρκική κλασική μουσική, όροι που εκχωρήθηκαν εν πολλοίς και από την σταδιακή απομάκρυνση των άλλων εθνοτήτων (ιδίως των Ελλήνων) από την καλλιέργεια της λόγιας αυτής μουσικής, αναπτύχθηκε ως αντίποδας ένα αραβοκεντρικό κοσμικό ύφος μουσικής με κέντρα το Κάιρο, την Αλεξάνδρεια, και τη Βυρηττό.

Γιώργος Μπατζανός (1900-1977)
Το ύφος αυτό διαπλάστηκε βασισμένο στον απόηχο της Aida του Βέρντι, με τη δημιουργία μεγάλων ορχηστρών που βασίζονται σε μεγάλο αριθμό εγχόρδων οργάνων της δυτικής ορχήστρας, τις οποίες διανθίζουν με τα χρώματά τους τα παραδοσιακά όργανα. Το ούτι σε αυτές τις ορχήστρες περνάει στο περιθώριο, προσφέροντας κάτι ελάχιστο από το χρώμα του, που εν πολλοίς αφομοιώνεται μέσα στη γραμμή των κοντραμπάσων. Το ύφος αυτό, ουσιαστικά δημιουργεί την απαραίτητη αίγλη για να λάμψουν μεγάλες φωνές, όπως της Ουμ Κουλσούμ και μετέπειτα της Φαϊρούζ. Την νοοτροπία αυτήν σε κάποιες περιπτώσεις ακολούθησαν, όχι όμως σε μεγάλη έκταση, οι Τούρκοι, με μεγάλες ορχήστρες της ραδιοφωνίας, πλαισιωμένες από χορωδίες και σολίστες. Αντίθετα στο Ιράκ και την Περσία συντηρούνται τα μικρά παλαιού τύπου 4μελή ή 5μελή σύνολα, όπου εκεί το ούτι έχει έναν ισότιμο ρόλο. Το παλαιό αραβοπερσικό ύφος, συντηρείται και καλλιεργείται ευλαβικά.

Munir Bashir (1930-1997)
 Στο Β' μισό του 20 αιώνα, ωστόσο, ένας σπουδαίος δεξιοτέχνης, ο ιρακινής καταγωγής Munir Bashir (1930-1997, «ο Εμίρης του ουτιού», όπως τιμητικά αποκαλείται), αφορμώμενος από την παλαιά τεχνοτροπία, εμπλουτίζει το ύφος με πολλά δυτικά στοιχεία, ακόμα και σύγχρονης μουσικής, τόσο διευρύνοντας τα ηχοχρώματα, όσο και την φρασεολογία, αποτολμώντας μέχρι και δωδεκαφθογγικές φράσεις. Επίσης, καθοδηγεί τους κατασκευαστές σε έναν νέο τύπο οργάνου, με κινούμενο καβαλάρη στον οποίο οι χορδές πατάνε, εξαπλωμένες σε όλο το μήκος του οργάνου, καθιστώντας τον ήχο του πιο δυνατό και πιο «τραγανό».

Το περσικό και ιρακινό ούτι, μαζί με την μουσική των λαών αυτών, παρακμάζει εξ αιτίας των συνεχόμενων πολέμων, αλλά και μέσα στο διευρυνόμενο και ισχυροποιούμενο θρησκευτικό πλαίσιο που σχεδόν απαγορεύει την καλλιέργεια κοσμικής μουσικής, προκρίνοντας την εμμελή απαγγελία του Κορανίου. Με αυτή την αφορμή, σπουδαίοι πέρσες και ιρακινοί μουσικοί μεταναστεύουν σε Ευρώπη και Αμερική και διαδίδουν τη μουσική της πατρίδας τους.

 Το ούτι εντάσσεται συχνά και στις λαϊκές ορχήστρες των κέντρων διασκέδασης της Ανατολής. Στην ελληνική δισκογραφία η παρουσία του συχνή στις ηχογραφήσεις της Ρόζας Εσκενάζυ, όπου στην ορχήστρα της έπαιζε ο Αγάπιος Τομπούλης (1885-1965) και αργότερα ο Γιάννης Σούλης (1917-1988). Στην δημοτική μας μουσική εντάσσεται στις ορχήστρες των ιδιωμάτων της Μ.Ασίας, της Χίου και της Μυτιλήνης, της Θράκης και της Μακεδονίας, αλλά και των ταμπαχανιώτικων της Κρήτης. Γνωστοί από τους παλαιούς ουτίστες (ή ουτσάδες) ο θρακιώτης Καριοφύλλης Δοϊτσίδης, και ο Νίκος Σαραγούδας από τα Σπάτα, ενώ από τους νέους οι αθηναίοι Αντώνης Απέργης, Χρήστος Τσιαμούλης, Κυριάκος Ταπάκης, Γιώργος Παππάς, οι θεσσαλονικείς Κυριάκος Καλαϊτζίδης και Νίκος Δημητριάδης, και ο χιώτης Μάρκελλος Πούπαλος. Επίσης, σημαντικότατη είναι η παρουσία στην Ελλάδα της ιρλανδικής καταγωγής ουτίστας, διδαγμένης στη Αίγυπτο, Ιωάννας Άντριους.


διάφορα χορδίσματα του ουτιού

χορδές

1η
2η
3η
4η
5η
6η
αραβικό
do 4
sol 3
re 3
la 2
sol 2  
ή  mi 2    
re 2 
ή  do 2 ή  si 1
τουρκικό
το αραβικό μεταφερμένο ένα τόνο (2η Μεγάλη) πάνω
περσικό
το αραβικό μεταφερμένο μία 4η καθαρή πάνω



Πέμπτη 26 Απριλίου 2012

σημείωμα για το λευκορώσικο σαντούρι (Цымбалы,tsymbaly, τσίμπελ)

Βαβυλωνιακή απεικόνιση δύο σαντουριστών
Το σαντούρι θεωρείται ως ένα περσικής καταγωγής όργανο. Είναι τραπεζοειδούς σχήματος, πολύχορδο, όπου κάθε νότα του παράγεται από ένα ζεύγος έως μια τετράδα χορδών, και παίζεται με μπαγκέτες. Είναι ευρέως διαδεδομένο από την Ινδία και την Ταϋλάνδη έως την Αμερική.
λεπτομέρεια από μεσαιωνική περσική απεικόνιση
 ορχήστρας του  Παλατιού

 Ονοματολογικά: Το όνομα σαντούρ (santūr, santour, santoor, περσικά: سنتور) απαντάται για πρώτη φορά στην αρχαία περσική ποίηση. Μέχρι σήμερα δεν έχει διακριβωθεί η σημασία της λέξης, απλώς είναι βέβαιος ο συσχετισμός της με το συγκεκριμένης μορφής όργανο.

 Η τεράστια διάδοση του οργάνου στις παραδόσεις πολλών χωρών έχει εμπλουτίσει την ονοματολογία που το προσδιορίζει, καθώς επίσης έχει χαρίσει μεγάλη ποικιλία στις μορφές του, στη βάση πάντα της αρχετυπικής τραπεζοειδούς. Στον παρακάτω πίνακα παρατίθενται με αλφαβητική σειρά ανά χώρα και γλώσσα οι διάφορες ονομασίες για το σαντούρι.


Austria – Hackbrett
Iraq – santur
Russia – цимбалы tsimbaly, Дульцимер (dultsimer)
Belarus – Цымбалы (tsymbaly)
Ireland – tiompan
Serbia – цимбал (tsimbal)
Belgium – Hakkebord
Italy – salterio
Slovakia – cimbal
Brazil – saltério
Korea – yanggeum 양금
Slovenia – cimbale, oprekelj
Cambodia – khim
Laos – khim
Spain (and Spanish-speaking countries) – salterio, dulcémele
China – 扬琴 (yangqin)
Latgalia (Latvia) – cymbala
Sweden – hackbräde, hammarharpa
Croatian – cimbal, cimbale
Latvia – cimbole
Switzerland – Hackbrett
Czech Republic – cimbál
Lithuania – cimbalai, cimbolai
Thailand – khim
Denmark – hakkebræt
Mexico - salterio
Turkey – santur
France – tympanon
Mongolia joochin
Ukraine – Цимбали tsymbaly
Germany – Hackbrett
Netherlands – hakkebord
United Kingdom – hammered dulcimer
Greece – σαντούρι
Norway - hakkebrett
United States – hammered dulcimer
Hungary – cimbalom
Poland – cymbały
Uzbekistan – chang
India – santoor
Portugal – saltério
Vietnam – đàn tam thp lc
Iran – santur
Romania – ţambal
Yiddish – tsimbl


πέρσικο σαντούρι
 Μορφολογικά: το σαντούρι όπως είπαμε έχει διάφορες εκδοχές, παραλλαγές του τραπεζοειδούς σχήματος, κυρίως ως προς το μέγεθος, την κατανομή των χορδών, τα υλικά κατασκευής, αλλά και τη μορφή που έχουν οι μπαγκέτες του.
ούγγρικο τσίμπαλομ

Για παράδειγμα, το περσικό σαντούρι είναι ιδιαίτερα μικρού σχήματος, παίζεται με λεπτεπίλεπτες ξύλινες μπαγκέτες (με προαιρετική μια περιέλιξη στα άκρα τους από βαμβάκι και χαλαρή κλωστή), έχει κινητούς καβαλάρηδες που στηρίζουν τις χορδές έτσι ώστε μια επιθυμητή νότα να κουρδίζεται με μετακίνηση του καβαλάρη, και αποδίδει 7φθογγες κλίμακες σε μία έκταση από 3 οκτάβες (βάση το Fa3).

 Ενώ το ουγγρικό τσίμπαλομ είναι μεγάλου μεγέθους, σταθερής βάσης, με πεντάλ που στομώνουν ή απελευθερώνουν τις χορδές, αναλόγως κλείνοντας και ανοίγοντας-διατηρώντας τον ήχο, παίζεται με μακριές ξύλινες μπαγκέτες που στην άκρη τους έχουν περιέλιξη από βαμβάκι τυλιγμένο σφιχτά με κλωστή, είναι χρωματικό και έχει έκταση 4 οκτάβες συν μία 3η μεγάλη, ξεκινώντας από το Do2.

παραδοσιακό λευκορώσικο σαντούρι
Το λευκορώσικο σαντούρι, γνωστό ως hammer dulcimer ή Cymbaly, ή τσίμπελ, είναι χρωματικό και η σημερινή του έκταση είναι από Sol 3 έως το Si 6 (3 οκτάβες και μία 3η μεγάλη). Σημειωτέον το ελληνικό σαντούρι έχει την ίδια έκταση ακριβώς, κατά μία οκτάβα χαμηλότερα. Δεν είναι σαφώς διευκρινισμένο το πότε το όργανο εισήχθη στη Λευκορωσία. Υπάρχει μια εικασία ότι εισήχθη τον 12ο ή τον 13ο αιώνα από γερμανούς ταξιδευτές, στο τότε Μεγάλο Δουκάτο της Λιθουανίας, αν και είναι γνωστό ότι τα σαντουροειδή όργανα ήσαν διαδεδομένα στις ανατολικές σλαβικές χώρες ήδη σε παλαιότερες εποχές. Πάντως την πρώτη γραπτή μαρτυρία για το λευκορώσικο cymbaly την απαντούμε κατά τον 14ο αιώνα.

Το όργανο έχει ποικίλες μορφές ανάλογα με τις περιοχές της Λευκορωσίας, και στις διάφορες παλαιές παραδοσιακές μορφές του ο αριθμός των φθόγγων που παράγει ποικίλει από 12 έως 24. Επίσης, η διάδοσή του μέσα στο ακαδημαϊκό πλαίσιο μουσικής εκπαίδευσης, εκτός από την όξυνση της τεχνικής του, την διεύρυνση του ρεπερτορίου του πέραν των ορίων της παραδοσιακής μουσικής προς την κλασική και την σύγχρονη (με μεταγραφές κλασικών έργων και με πρωτότυπα σύγχρονα έργα), οδήγησε ακόμη και στη δημιουργία μιας οικογένειας οργάνων διαφορετικού μεγέθους και έκτασης (alto, tenoro, basso).

Η κορυφαία λευκορωσίδα σολίστ Αγγελίνα Τκάτσεβα
με σύγχρονο τσίμπελ ορχήστρας
Αυτό που τεχνικά ξεχωρίζει το cymbaly είναι οι μπαγκέτες του, που τείνουν να προσομοιώσουν τόσο στη μορφή, όσο και στον χειρισμό, το πλήκτρο του πιάνου, κάτι που προσδίδει δύναμη, ευκρίνεια και λαμπρότητα στον ήχο του, σε βαθμό που το cymbaly μπορεί να σταθεί ηχητικά επαξίως εντός των δυναμικών μιας συμφωνικής ορχήστρας. Αυτός είναι και ο λόγος που το ρεπερτόριο του τσίμπελ είναι ιδιαίτερα διευρυμένο. Ιδανικό στο να αποδίδει με λεπτότητα το μεσαιωνικό και αναγεννησιακό ύφος, τη μπαρόκ μουσική αλλά και την κλασική, έχει ένα μεγάλο ρεπερτόριο από μεταγραφές κυρίως έργων για βιολί, που συνεχώς επεκτείνεται. Πέραν αυτού πολλοί σύγχρονοι συνθέτες, ρώσοι και λευκορώσοι και όχι μόνον, γράφουν έργα είτε σόλο είτε για τσίμπελ και μικρά ή μεγάλα σύνολα.

 Από τους σπουδαίους Λευκορώσους σύγχρονους συνθέτες που έχουν γράψει σημαντικά έργα για τσίμπελ αναφέρουμε τους: Ντιμίτρι Σμόλσκι, Βίκτορ Βόϊτικ, Βίκτορ Κοπυτσκό, Βιετσισλάβ Κουσνιετσόφ, Γενάντι Γερματσένκοφ, Βλαντίμιρ Κουριάν. Αξίζει βέβαια να σημειωθεί ότι κάθε λευκορώσος συνθέτης έχει γράψει ένα μικρό ή μεγάλο αριθμό έργων για τσίμπελ. Επίσης, μία πληθώρα λευκορώσων παλαιών και νέων ερμηνευτών, με ακαδημαϊκές σπουδές, υπηρετεί την συνεχώς διευρυνόμενη φιλολογία του οργάνου.

 Στην Ελλάδα, η παρουσία και η δραστηριοποίηση της Αγγελίνας Τκάτσεβα, ώθησε αρκετούς συνθέτες, όπως οι Θόδωρος Αντωνίου, Βασίλης Τενίδης, Νίκος Τάτσης, Γιώργος Λεωτσάκος, Μιχάλης Χριστοδουλίδης, Γιώργος Κουμεντάκης, Γιώργος Χατζημιχελάκης, Παναγιώτης Λυκούδης, να γράψουν έργα είτε για σόλο τσίμπελ είτε για τσίμπελ και διάφορα σύνολα.

Κυριακή 11 Μαρτίου 2012

ΕΥΦΟΡΙΑ

Κάτι μεταξύ computer music και μουσικού κολάζ. Γράφτηκε ως "προγραμματικός μετρονόμος" (όπως λέμε προγραμματική μουσική) για να στηρίξει το μινιμαλιστικό (ημιαλεατορικό) κομμάτι του Terry Riley "in C", όπως το παρουσίασε μια μικρή ομάδα σπουδαστών του Δημοτικού Ωδείου Πετρούπολης μαζί με καθηγητές, υπό την καθοδήγηση της καθηγήτριας φλάουτου Στεφανίας Κατσαρού, τον Ιούνιο του 2009 στο μικρό Θέατρο Πέτρας.

Άκουσα, μετά από καιρό, αυτό το προηχογραφημένο φόντο (tape συνηθίζαμε να το λέμε) και βρήκα ότι επιεικώς μπορεί να σταθεί αυτόνομα (ανεξάρτητα από τον λόγο για τον οποίο φτιάχτηκε), όχι ακριβώς ως μουσικό κομμάτι, αλλά ως παράπλευρο ακρόαμα ... για να κάνει κάποιος, ας πούμε, μια δουλειά του σπιτιού. Ταιριάζει νομίζω ηχοχρωματικά .... με το πλύσιμο πιάτων (το οποίο κατά παράδοξο τρόπο μου δημιουργεί ευφορία).

Δευτέρα 20 Φεβρουαρίου 2012

συναυλία: POST MODERN INTERNATIONAL

ΠΕΜΠΤΗ 23 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ 2012, ΩΡΑ 20:30
ΜΕΓΑΡΟ ΜΟΥΣΙΚΗΣ ΑΘΗΝΩΝ
(Αίθουσα Δημήτρης Μητρόπουλος)


John Adams
Fellow Traveler (2007), για ενόργανο σύνολο

Sofia Gubaidulina
Quasi Hoquetus για φαγκότο, βιόλα και πιάνο (1984)
Γιώργος Φαρούγγιας, φαγκότο
Ηλίας Σδούκος, βιόλα
Βίκυ Στυλιανού, πιάνο

Γιώργος Χατζημιχελάκης
Φολκλορικόν Οξύ ΙΙ (2011), για ρώσικο σαντούρι και κουαρτέτο εγχόρδων
Αγγελίνα Τκάτσεβα, ρώσικο σαντούρι


Δ ι ά λ ε ι μ μ α


Louis Andriessen
Xenia για σόλο βιολί (2005)
Στέλλα Τσάνη, βιολί

Thomas Adés
Court Studies from the Tempest (2005), για ενόργανο σύνολο

Θόδωρος Αντωνίου
Celebration Xc (2005), για ενόργανο σύνολο


Το Ελληνικό Συγκρότημα Σύγχρονης Μουσικής διευθύνει ο Θόδωρος Αντωνίου
Υπεύθυνος Συγκροτήματος: Ιάκωβος Κονιτόπουλος

Σάββατο 11 Φεβρουαρίου 2012

Θόδωρου Αντωνίου LAMENT / ΜΟΙΡΟΛΟ'Ι'

για φλάουτο σόλο

Το κομμάτι γράφτηκε το 1988. Λιτό, εκφραστικό, τεχνικά πλούσιο και συνάμα απέριττο, μια σύνταξη αναφορών στην παράδοση, στην αρχαιότητα και στο μέλλον. Από σήμερα και εξής θα παραμείνει συμβολικά επίκαιρο για πολλές δεκαετίες. Ερμηνεύει υποδειγματικά η εξαίρετη Μπεάτα Ιβόνα Γκλίνκα.

Βίντεο από συναυλία της Ένωσης Ελλήνων Μουσουργών στο Ωδείο Φίλιππος Νάκας, Πέμπτη 9 Φλεβάρη 2012.

Δευτέρα 30 Ιανουαρίου 2012

ΣΥΝΑΥΛΙΑ

1ο Μέρος


Johannes Brahms, Ραψωδίες op.79 για σόλο πιάνο

Samuel Barber, Canzone op.38a για φλάουτο και πιάνο

Robert Schumann, Romanzen op.94 για κλαρινέτο και πιάνο

Gabriel Faure, Pavané op.50 για φλάουτο, κλαρινέτο και πιάνο


Δ ι ά λ ε ι μ μ α

2ο Μέρος

Cristoph Willibald Gluck, Ο χορός των μακάριων πνευμάτων από την όπερα Ορφέας και Ευριδίκη για φλάουτο, κλαρινέτο και πιάνο

Sergei Rachmaninoff, Βαλς και Ρομάντσα για πιάνιο 6 χέρια

Ferenc Farkas, Μaskarak για φλάουτο, κλαρινέτο και φαγκότο

Γιώργος Χατζημιχελάκης, Φολκλορικόν οξύ IV για φλάουτο, κλαρινέτο, φαγκότο και πιάνο 6 χέρια





Τα έργα


Johannes Brahms, Ραψωδίες op.79

Τους καλοκαιρινούς μήνες της ιδιαίτερα παραγωγικής περιόδου 1877-1879, ο Μπραμς τους περνούσε στο Pörtschach, στη νότια Αυστρία. Εκεί συνέθεσε τις δύο ραψωδίες, op. 79, το καλοκαίρι του 1879. Οι ραψωδίες, μαζί με το Σκέρτσο op. 4, αποτελούν τα μεγαλύτερα σε έκταση πιανιστικά έργα του Μπραμς με ένα μέρος. Ο συνθέτης τις αφιέρωσε στη φίλη, μουσικό και συνθέτρια, και παλαιότερα μαθήτριά του, Ελίζαμπεθ φον Χερτσόγκενμπεργκ. Εκείνη ήταν που πρότεινε και το συγκεκριμένο τίτλο για τα δύο αυτά κομμάτια, στα οποία ο Μπραμς δεν είχε δώσει κάποιο τίτλο, αν και αναφερόταν στο πρώτο ως «Καπρίτσιο».


Samuel Barber, Canzone op.38a

Ο αμερικανός συνθέτης Σάμιουελ Μπάρμπερ είναι γνωστός στο ευρύτερο κοινό κυρίως χάρη στο περίφημο Αντάτζιο για έγχορδα, από τα πλέον αγαπητά και πολυπαιγμένα έργα του 20ού αιώνα. Το 1960-1962 ο Μπάρμπερ συνέθεσε το Κοντσέρτο για πιάνο, op.38, μετά από παραγγελία του μουσικού εκδοτικού οίκου Schirmer, για την επέτειο των 100 χρόνων από την ίδρυσή του. Το 2ο μέρος του κοντσέρτου μεταγράφηκε από τον ίδιο το συνθέτη το 1961 για φλάουτο και πιάνο, με τίτλο Canzone (Elegy).


Robert Schumann, Romanzen op. 94

Ο όρος ρομάντζα αναφέρεται αρχικά σε Ισπανικές αφηγηματικές μπαλάντες. Τον 18ο αι. τον συναντάμε σε λυρικά κομμάτια γραμμένα για φωνή ή μουσικό όργανο. Ο Ρόμπερτ Σούμαν συνέθεσε τις 3 ρομάντζες έργο 94 για όμποε και πιάνο τον Δεκέμβρη του 1849 σαν Χριστουγεννιάτικο δώρο προς τη γυναίκα του και σπουδαία πιανίστα Κλάρα Σούμαν. Το έργο παίχτηκε σε κλειστό κύκλο στο σπίτι των Σούμαν από τη γυναίκα του Κλάρα και τον αρχιβιολoνίστα Φραντζ Σούμπερτ, ενώ η πρώτη επίσημη εκτέλεση πραγματοποιήθηκε στις 24 Ιανουαρίου και 14 Φεβρουαρίου του 1863 στο Gewandhaus της Λειψίας από τον δανό ομποΐστα Emilius Lund και τον γερμανό πιανίστα και συνθέτη Carl Reinecke.


Gabriel Fauré, Pavane, op. 50

Η παβάνα είναι ιταλικής προέλευσης αυλικός χορός του 16ου αιώνα. Ο Γκαμπριέλ Φωρέ συνέθεσε την Παβάνα, έργο 50 το 1887. Η πρώτη παρουσίαση του έργου δόθηκε στις 25 Νοεμβρίου του 1888 στο Παρίσι.


Christoph Willibald Gluck, «Ο χορός των μακάριων πνευμάτων» από την όπερα Ορφέας και Ευρυδίκη

Το 1755 ο Κρίστοφ Βίλλιμπαλντ Γκλουκ άρχισε να δουλεύει ως συνθέτης στην αυλή της Μαρίας Θηρεσίας στη Βιέννη, όπου λίγα χρόνια αργότερα γνώρισε τον λιμπρετίστα Ρανιέρι Καλτσαμπίτζι. Οι συνεργασίες τους θα ανανέωναν ριζικά την όπερα (Ορφέας και Ευρυδίκη (1762), Άλκηστη (1767), Πάρις και Ελένη (1770), Ιφιγένεια εν Αυλίδι (1774) κ.ά.), ιδίως η όπερα Ορφέας και Ευρυδίκη, η οποία παρουσιάστηκε σε παγκόσμια πρώτη στη Βιέννη στις 5 Οκτωβρίου 1762. Το μπαλέτο «Ο χορός των μακάριων πνευμάτων» ανοίγει τη δεύτερη σκηνή της δεύτερης πράξης της όπερας, στην οποία ο Ορφέας, έχοντας περάσει από την Κόλαση, φτάνει στα Ηλύσια Πεδία και πείθει τους θεούς να του δώσουν πίσω την Ευρυδίκη. Αποτελεί προσθήκη του συνθέτη στη δεύτερη, γαλλική εκδοχή του έργου (1774).


Σεργκέι Ραχμάνινοφ, Βαλς και Ρομάντσα

Ο Ραχμάνινοφ πέρασε το καλοκαίρι του 1890 στο σπίτι της αριστοκρατικής οικογένειας Σατίν, κοντά στη ρώσικη κωμόπολη Ταμπόφ. Εκεί γνωρίστηκε με την οικογένεια Σκαλόν και τις τρεις κόρες τους, Νατάλια, Λουντμίλα και Βέρα. Μεταξύ του δεκαεφτάχρονου Ραχμάνινοφ και της Βέρας δημιουργήθηκε ένα ειδύλλιο, το οποίο, όταν αποκαλύφθηκε, εξόργισε τη μητέρα της Βέρας, που απαγόρεψε στο νεαρό Ραχμάνινοφ να γράφει στην κόρη της. Η επαφή τους συνεχίστηκε κρυφά, μέσω αλληλογραφίας με τη μεγαλύτερη αδερφή, Νατάλια. Για τις τρεις αδερφές Σκαλόν, ο Ραχμάνινοφ συνέθεσε δύο κομμάτια για έξι χέρια. Το Βαλς βασίστηκε σε ένα μουσικό θέμα της Νατάλιας, ενώ η αρχή της Ρομάντσας χρησιμοποιήθηκε αργότερα για το adagio του περίφημου 2ου Κοντσέρτου για πιάνο.



Ferenc Farkas, Maskarak

«Κατά τη διάρκεια των σπουδών μου με τον Οττορίνο Ρεσπίτζι στη Ρώμη, μού δόθηκε η ευκαιρία να διαβάσω ένα βιβλίο που περιείχε διάφορες απεικονίσεις Πιερότων, ζωγραφισμένες από τον Τζίνο Σεβερίνι. Το 1983 έγραψα τη “Maschere” (Maskarak) ως φόρο τιμής στο ζωγράφο για την επέτειο τον 100 χρόνων από τη γέννησή του. Καθένα από τα μέρη του έργου αναπαριστά και μια φιγούρα της commedia dell’ arte. Για να μεταφέρω αυτές τις φιγούρες σε μουσική, επέλεξα ένα όμποε, ένα κλαρινέτο κι ένα φαγκότο, τρία όργανα που θεωρώ τα πλέον κατάλληλα για να περιγράψουν την προσωπικότητα των διαφορετικών χαρακτήρων.»

F. F.

[Το έργο παρουσιάζεται σε μεταγραφή για φλάουτο, κλαρινέτο και φαγκότο.]


Γιώργος Χατζημιχελάκης, Φολκλορικόν Οξύ IV

Το έργο Φολκλορικόν Οξύ IV (Folkloric Acid IV) ανήκει σε μία ανοικτή σειρά ομότιτλων έργων που πραγματεύεται τις δυνατότητες συμβίωσης της παραδοσιακής φρασεολογίας με σύγχρονες τεχνικές. Το συγκεκριμένο έργο είναι ειδικού συνδυασμού οργάνων: γράφτηκε εξ αφορμής και χάριν της παρέας των φίλων μουσικών που συμμετέχει στην αποψινή συναυλία. Ο περιορισμός 1 πιάνο – 3 πιανίστες ενέπνευσε και καθόρισε εν πολλοίς τη μορφή του. Βρόγχοι από άνισες μικρές και μεγάλες φράσεις, που περιορίζονται στην φθογγική έκταση την οποία διαχειρίζεται κάθε πιανίστα, προβάλλονται στα πνευστά όργανα, είτε επακριβώς, είτε αναπλασμένοι σε «ημιαυτόνομες» φράσεις που προκύπτουν από επιλογές και συνδυασμό επιμέρους τμημάτων των βρόγχων. Κύκλοι (ως απλό αριθμητικό παιχνίδι με τα ελάχιστα κοινά πολλαπλάσια των ανισομηκών επαναλαμβανόμενων φράσεων), ανοίγουν και κλείνουν με την δημιουργία κορυφώσεων, κατατείνοντας σε μία τετραμερή φόρμα Α-Β-Γ-Α΄. Το έργο αφιερώνεται με πολλή αγάπη στη Γεωργία, τη Δάφνη, την Ειρήνη, την Ιουλία, τον Μανούσο και τη Χλόη, που τους ευχαριστώ για τη θέρμη τους.

Γ.Χ



Οι εκτελεστές

Ιουλία Βαγενά, πιάνο

Η Ιουλία Βαγενά είναι απόφοιτος του Ωδείου Athenaeum (δίπλωμα πιάνου με άριστα παμψηφεί στην τάξη της Ν. Σεμιτέκολο) και του Τμήματος Μουσικών Σπουδών του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών. Έχει παρακολουθήσει σεμινάρια πιάνου υπό την καθοδήγηση διακεκριμένων μουσικών (Y. Solomon, D. Bashkirov, C. Martínez-Mehner, Λ. Μπογιατζίεβα, J. Soriano κ.ά.). Έχει ασχοληθεί αρκετά χρόνια με τη μετάφραση κειμένων και φέτος διδάσκει πιάνο στο Μουσικό Σχολείο της Λευκάδας.



Χλόη Καμπέρου, πιάνο

H Xλόη Καμπέρου σπούδασε πιάνο με τη Νέλλη Σεμιτέκολο στο Δημοτικό ωδείο Πειραιά και στο ωδείο Ατενέουμ από όπου και αποφοίτησε με δίπλωμα (άριστα παμψηφεί) το 2003. Συνέχισε τις σπουδές της στην Μουσική Ακαδημία του Münster της Γερμανίας (τάξη Rave Clemens),αποφοιτώντας το 2006. Έχει μελετήσει κοντά σε καλλιτέχνες όπως Γιόντι Σόλομον, Κλαούντιο Μένερ, Λίλη Μπογιατζίεβα, Δόμνα Ευνουχίδου κ.ά. Σπούδασε επίσης ανώτερα θεωρητικά με τους Μάρκο Μωυσίδη (αρμονία) και Φανή Κοσώνα (αντίστιξη).

Είναι τελειόφοιτη στην τάξη παραδοσιακού τραγουδιού του Ωδείου Αθηνών (τάξη Κατερίνας Παπαδοπούλου). Διδάσκει πιάνο στο ωδείο Ατενέουμ και εργάζεται σαν συνοδός σε διάφορα ωδεία του Πειραιά και της Αθήνας.



Ειρήνη Ντελέζου, φλάουτο

Γεννήθηκε στη Λαμία. Σπούδασε πιάνο και θεωρητικά με το Δ. Συκιά στο Δημοτικό Ωδείο Λαμίας, έλαβε δίπλωμα πιάνου από το ωδείο Athenaeum (τάξη: Ν. Σεμιτέκολο) με βαθμό άριστα παμψηφεί και χρυσό μετάλλιο και δίπλωμα φλάουτου από το Δημοτικό Ωδείο Γλυφάδας (τάξη: I. B. Glinka), με βαθμό άριστα παμψηφεί και β΄ βραβείο. Είναι απόφοιτος του τμήματος Μουσικής Επιστήμης και Τέχνης του Πανεπιστημίου Μακεδονίας με ειδίκευση στο πιάνο (τάξη: U. Matschke). Παρακολούθησε σεμινάρια πιάνου και φλάουτου στην Ελλάδα και το εξωτερικό από διακεκριμένους μουσικούς (Y. Solomon, J. Soriano, L. Berman, M. Mollova, F.Wibaut, J. & K. Ganev, W. Obidovic, M. Drewnowski, Λ. Μπογιατζίεβα, Γ. Χατζηνίκο, Δ. Τουφεξή, P. L. Graff, E. Weinzierl, E. Wachter). Έχει δώσει συναυλίες σε διάφορες πόλεις της Ελλάδας (Αθήνα, Θεσσαλονίκη, Λαμία, Κέρκυρα, Αίγιο, Ξάνθη). Έχει συμπράξει με την ορχήστρα εγχόρδων του Πανεπιστημίου Μακεδονίας, το Ελληνικό Συγκρότημα Σύγχρονης Μουσικής και τις Συμφωνικές Ορχήστρες των δημοτικών ωδείων Πειραιά και Λαμίας. Διδάσκει πιάνο και φλάουτο στο Μουσικό Σχολείο στη Λαμία.



Μανούσος Πλουμίδης, κλαρινέτο

Γεννήθηκε στα Ιωάννινα, όπου και ξεκίνησε τις σπουδές του με τους Νικόλαο Μωραΐτη και Ορέστη Νίκα. Κατόπιν φοίτησε στο Ωδείο Φίλιππος Νάκας (Αθήνα) στην τάξη του Ευσταθίου Κιοσόγλου (δίπλωμα άριστα παμψηφεί και Α΄ Βραβείο) και στο Τμήμα Μουσικών Σπουδών του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών. Συνέχισε σε μεταπτυχιακό επίπεδο στη Βασιλική Μουσική Ακαδημία της Μονς (Βέλγιο ) με τους Ronald Van Spaendonck στο κλαρινέτο και Guy van Waas στη μουσική δωματίου, με υποτροφίες του Συλλόγου «Οι Φίλοι της Μουσικής» (Κληροδότημα Αλεξάνδρας Τριάντη) και του Ιδρύματος «Αλέξανδρος Σ.Ωνάσης» ( «Premier Prix» στη μουσική δωματίου και «Diplôme Superieur» στο κλαρινέτο). Έχει παρακολουθήσει σεμινάρια με τους W. Boeykens, Α. Pay, A. Carbonare, C. Faucomprez, P. Gossart και R.Giyot.

Συναυλίες έχει δώσει στην Ελλάδα, το Βέλγιο, την Γερμανία, την Ιταλία και την Κύπρο. Έχει συμπράξει ως μέλος με την Α.Σ.Ο.Ν., την Συμφ. Ορχήστρα του Δ. Αθηναίων, την «Orchestre Royal de Wallonie», την «Orchestre Interconservatoires» και την Χορωδία Κλαρινέτων W.Boeykens (Βέλγιο), τη Μεσογειακή Ορχήστρα για την Ειρήνη, την Κ.Ο.Α., την Ορχήστρα της Ε.Λ.Σ.και το Ελληνικό Συγκρότημα Σύγχρονης Μουσικής. Έχει διδάξει στο Διεθνές Σχολείο των Βρυξελλών, στο Τμήμα Μουσικής Επιστήμης και Τέχνης του Πανεπιστημίου Μακεδονίας, στο Δημοτικό Ωδείο Αγίας Παρασκευής, και στο Ωδείο «Αναγέννηση». Διετέλεσε κορυφαίος κλαρινετίστας της Ορχήστρας του Μπαλέτου της Ε. Λ. Σ.(2006-08) και της Φιλαρμονικής Ορχήστρας του Δήμου Αιγάλεω (2006-2010).

Σήμερα διδάσκει στο Αττικό Ωδείο και στα εκπαιδευτήρια «Ι.Μ. Παναγιωτόπουλος» και είναι κορυφαίος κλαρινετίστας στην Φιλαρμονική Ορχήστρα του Δήμου Χαλανδρίου.



Γεωργία Σμέρου, φαγκότο

Ξεκίνησε τις μουσικές της σπουδές σε ηλικία 12 χρονών. Φοίτησε στο Πειραματικό Μουσικό Γυμνάσιο Παλλήνης, όπου διδάχτηκε πιάνο, κιθάρα, ταμπουρά και φαγκότο. Σπούδασε στο Τμήμα Μουσικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Αθηνών και παρακολούθησε μαθήματα στο Τμήμα Μουσικολογίας του Πανεπιστημίου του Salzburg με υποτροφία του ΙΚΥ. Από το 2006 έως και το 2010 εργάστηκε στο Γραφείο Τύπου του Οργανισμού Μεγάρου Μουσικής Αθηνών. Διατέλεσε μέλος της Αθηναϊκής Συμφωνικής Ορχήστρας Νέων (Α.Σ.Ο.Ν) με πολλές συναυλίες ανά την Ελλάδα, συνεργάστηκε με την Ορχήστρα Πατρών, ενώ το 2009 συμμετείχε στην Ελληνοτουρκική Ορχήστρα Νέων. Το 2010 πήρε δίπλωμα φαγκότου με δάσκαλο τον Μιλτιάδη Οικονόμου. Αυτή την περίοδο φοιτά στο Τμήμα Μουσικής Επιστήμης και Τέχνης του Πανεπιστημίου Μακεδονίας στην ειδίκευση του Φαγκότου και εργάζεται στην Εκπαίδευση.



Δάφνη Σοφοκλέους, πιάνο

Γεννήθηκε στην Αθήνα. Ξεκίνησε μαθήματα πιάνου με την Patricia Arenas και αργότερα με την Εύα Αναστασιάδου-Στάνγκε. Συνέχισε τις σπουδές της με τη Νέλλη Σεμιτέκολο στο Ωδείο Athenaeum, απ’ όπου αποφοίτησε με δίπλωμα (Άριστα παμψηφεί και Β’ βραβείο) το 2005. Έχει παρακολουθήσει σεμινάρια πιάνου με τους Λ. Μπογιατζίεβα, Γ. Χατζηνίκο, duo Ganev και L. Margarius. Έχει ολοκληρώσει σπουδές ανώτερων θεωρητικών (πτυχία Αρμονίας, Αντίστιξης και Φούγκας), έχει παρακολουθήσει μαθήματα σύνθεσης με τους Κ. Σφέτσα, Φ. Κοσώνα και P. J. Wagemans και είναι απόφοιτος του Τμήματος Μουσικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Αθηνών. Από το 2007 διδάσκει πιάνο, θεωρητικά και τις δύο δημοτικές χορωδίες (παιδική και μεικτή) στη Δημοτική Μουσική Σχολή της Μήλου. Ασχολείται με τον ελεύθερο αυτοσχεδιασμό και την αυθόρμητη σύνθεση.

οι δημοφιλέστερες αναρτήσεις του ιστολογίου