Παρασκευή, 27 Απριλίου 2012

Σημείωμα για το Ούτι


Ο Μουσλίμ και ο Κριστιάν παίζουν ούτι
στην Ανδαλουσία του  12ου αιώνα
Το ούτι είναι ένα διαδεδομένο μουσικό όργανο, λαουτοειδές χωρίς τάστα, που σήμερα το συναντάμε στην Β.Αφρική, στη Μέση Ανατολή, στην Αραβική Χερσόνησο, στην Ελλάδα, στην Τουρκία, στην Αρμενία, στην Περσία ακόμα και στο Καζακστάν και το Ουζμπεκιστάν.

Ονοματολογικά: η λέξη oud-ούτι, συγγενής ετυμολογικά με τη λέξη lute-λαούτο, κατά μία άποψη προέρχεται από την αραβική φράση العود (al-ʿūd), η οποία σημαίνει «μικρό κομμάτι ξύλινης φλοίδας», κάτι που σχετίζεται κατ’ άλλους με την παλαιά μορφή του πλήκτρου με το οποίο παιζόταν το όργανο (φλούδα αγριοκερασιάς), κατ’ άλλους με τις «δούγες»: τα φιλέτα ξύλου με τα οποία είναι κατασκευασμένο το σκάφος του οργάνου. (During, Jean. "'Barbat'". Encyclopedia Iranica). Κατά τον Eckhard Neubauer η αραβική λέξη oud προέρχεται από την περσική λέξη rud που σημαίνει έγχορδο όργανο λαουτοειδούς μορφής. (Douglas Alton Smith. A History of the Lute from Antiquity to the Renaissance. p. 9. - Lute Society of America (LSA), 2002. ISBN 0-9714071-0-X).

Το ούτι στην αραβική προφέρεται ʿūd ή a‘wād, στην τουρκική ud ή ut, στην αρμενική, την αζερική και την εβραϊκή ud, στα σομαλικά cuud με συνώνυμο τη λέξη kaban, ενώ στην περσική για το ούτι χρησιμοποιείται η λέξη barbat. Από τη Wikipedia

γυναικεία μορφή με πανδουρίδα
13ος π.Χ. αι., Αρχαιολογικό Μουσείο Χάιφας
Μυθολογικά-Ιστορικά-Μορφολογικά: Η μορφή του οργάνου ανάγεται στον τύπο της πανδουρίδας, η οποία κατά τους αλεξανδρινούς γραμματικούς εφευρέθηκε είτε από τους Ασσυρίους (Πολυδεύκης, IV-60), είτε από τους τρωγλοδύτες της Ερυθράς Θάλασσας (Αθήναιος, Δ’ 183F-184A, 82). Όργανα της μορφής της πανδουρίδας απαντώνται σε απεικονίσεις και σε γλυπτά ήδη από την εποχή Uruk των πολιτισμών της Μεσοποταμίας (5.000-3.000 π.Χ.), ενώ σώζονται ελληνικά αρχαϊκά (6ος π.Χ. αι.) κεραμικά αγαλματίδια και μαρμάρινα ανάγλυφα που αναπαριστούν Ταναγραίες ή Μούσες που παίζουν πανδουρίδα. Η πανδουρίδα, ως τρίχορδο όργανο, με μακρύ βραχίονα και δεσμούς (κινητά τάστα), απαντάται διαχρονικά, σε διάφορες ιστορικές περιόδους ως τις μέρες μας, από την Δ. Αφρική έως την Άπω Ανατολή.

Μούσα με πανδουρίδα
Μαντινεία, 6ος π.Χ αιώνας
 Κατά τον μεσαιωνικό άραβα σοφό Al-Farabi (872-950 ή 951) το ούτι εφευρέθηκε από τον Λαμέχ, έκτο εγγονό του Αδάμ, ο οποίος θρυλείται ότι εμπνεύστηκε το σχήμα του οργάνου πενθώντας πάνω από τον σκελετό του γιού του.

 Οι Τούρκοι ανάγουν την καταγωγή τού ουτιού στο αρχαίο όργανο kopuz, γνωστό από τους θρύλους της στέπας και των οροπεδίων στην Κεντρική Ασία, κοιτίδα των τουρκικών φύλων. Το kopuz ήταν παρόμοιο με την πανδουρίδα, και εθεωρείτο όργανο με μαγικές ιδιότητες: κατά το έθος, ομάδες οργανοπαικτών με kopuz προπορεύονταν των στρατιωτικών ταγμάτων που πήγαιναν προς τη μάχη εμψυχώνοντας τους πολεμιστές.
Kopuz 

 Το ούτι μοιάζει να ακολουθεί μια μετεξέλιξη από τη μορφή της πανδουρίδας, κοινή με αυτήν του λαούτου, με βαθμιαία σμίκρυνση του μήκους και παράλληλα διαπλάτυνση του βραχίονα, διόγκωση του αντηχείου, καθώς και σταδιακή αύξηση του αριθμού των χορδών, από τρεις σε τέσσερεις, και αργότερα σε πέντε, οι οποίες αργότερα γίνονται ζεύγη, και ως τις μέρες μας σε έξι και επτά με τις δύο βαρύτερες (6 και 7) να είναι μονές. Το ούτι διαχωρίστηκε από το λαούτο με ακόμα μεγαλύτερη σμίκρυνση του βραχίονα και με αποβολή των τάστων. Η μετεξέλιξη αυτή πρέπει να ξεκίνησε κατά την αλεξανδρινή εποχή και να συνεχίστηκε κατά τους μεσαιωνικούς χρόνους. Το ούτι φαίνεται ότι διαχωρίζεται οριστικά από το λαούτο κατά την αραβική εξάπλωση του 8ου αιώνα, και διαδίδεται από τη Δαμασκό και τη Βαγδάτη, ως την Ανδαλουσία, ως επίσημο όργανο της μουσικής του Μακάμ που έρχεται να συνεχίσει, υπό την αραβική σκέψη, αρχαιοελληνικές και περσικές λόγιες μουσικές παραδόσεις. Φημισμένος ουτίστας της εποχής αυτής είναι ο Ziryab, ο οποίος ίδρυσε σπουδαία σχολή στην Κόρδοβα. Μέσω αυτής της σχολής, διεισδύει η μουσική του Μακάμ στην Ευρωπαϊκή Δύση, εμπλουτίζοντας την οργανολογία της και χαρίζοντάς της τη μουσική φόρμα της εσταμπί.

μικρή ορχήστρα 
 Η μουσική του Μακάμ στα χρόνια της οθωμανικής αυτοκρατορίας, εξελίσσεται, και δημιουργείται ένα οικουμενικό λόγιο μουσικό ύφος στα πλαίσια της αυτοκρατορίας, το οποίο ονομάζεται αραβοπερσική μουσική. Η μουσική αυτή κατά την πορεία των αιώνων αναπτύχθηκε και άκμασε σε διάφορα κέντρα, από τη Δαμασκό έως την Μπουχάρα. Το ύφος αυτής της μουσικής, μέχρι και τον 17ο αιώνα, είναι βασισμένο στο παιχνίδι της οργανικής δεξιοτεχνίας, με μικρές φράσεις που αναπτύσσονται ως αραβουργήματα. Τα μουσικά σύνολα λιτά, απαρτίζονται από έναν ή δύο κρουστούς, οπωσδήποτε από ούτι, λύρα ή νέι (ή και τα δύο) και κανονάκι ή σαντούρι (στους πέρσες και τους βόρειους γείτονές τους). Στα σύνολα αυτά  εντάσσεται το ταμπούρ στην οθωμανική ή το ταρ στην περσική μουσική.

 Η Κωνσταντινούπολη γίνεται το κέντρο ανάπτυξης της αραβοπερσικής μουσικής κυρίως από τον 18ο αιώνα, και καθώς το αραβοπερσικό διασταυρώνεται με το βυζαντινό εκκλησιαστικό μέλος το οποίο παραλλήλως διάγει νέα ακμή, ένα νέο πιο μελισματικό ύφος προκύπτει, που το υπηρετούν οθωμανοί, χριστιανοί ορθόδοξοι, αρμένιοι, πέρσες και εβραίοι μουσικοί.

Το ούτι στις αρχές του 20ου αιώνα φτάνει σε κατασκευαστική ακμή επίσης,  από έναν δεξιοτέχνη κατασκευαστή, θρυλικό ως τις μέρες μας, τον κωνσταντινουπολίτη Μανόλη Βενιό. Ο Μανόλης δίνει μια κομψή γραμμή στο σκάφος, μικραίνοντάς το, και με τεχνικά μυστικά τα οποία ακόμη αναζητούνται, στρογγυλεύει και γλυκαίνει τον ήχο του οργάνου. Ένα γνήσιο ούτι «μανόλ» θεωρείται σπάνιο απόκτημα, φέρον αίγλη περίπου ενός Στραντιβάριους.

Udi Hrant (1901-1978)
Στις αρχές του 20ου αιώνα δεσπόζουν η μορφή του αρμενικής καταγωγής ουτίστα (Udi) Hrant Kenkulian (1901-1978), τον οποίο ισαγωνίζεται ο ελληνικής καταγωγής, επίσης κωνσταντινουπολίτης, Γιώργος Μπατζανός (1900-1977) που θεωρείται κορυφαίος και αξεπέραστος έως και σήμερα. Πλάι στο νέο ύφος της αραβοπερσικής μουσικής, το οποίο καλλιεργήθηκε στην Κωνσταντινούπολη, και βαθμιαία ενδύθηκε τον όρο οθωμανική και αργότερα τουρκική κλασική μουσική, όροι που εκχωρήθηκαν εν πολλοίς και από την σταδιακή απομάκρυνση των άλλων εθνοτήτων (ιδίως των Ελλήνων) από την καλλιέργεια της λόγιας αυτής μουσικής, αναπτύχθηκε ως αντίποδας ένα αραβοκεντρικό κοσμικό ύφος μουσικής με κέντρα το Κάιρο, την Αλεξάνδρεια, και τη Βυρηττό.

Γιώργος Μπατζανός (1900-1977)
Το ύφος αυτό διαπλάστηκε βασισμένο στον απόηχο της Aida του Βέρντι, με τη δημιουργία μεγάλων ορχηστρών που βασίζονται σε μεγάλο αριθμό εγχόρδων οργάνων της δυτικής ορχήστρας, τις οποίες διανθίζουν με τα χρώματά τους τα παραδοσιακά όργανα. Το ούτι σε αυτές τις ορχήστρες περνάει στο περιθώριο, προσφέροντας κάτι ελάχιστο από το χρώμα του, που εν πολλοίς αφομοιώνεται μέσα στη γραμμή των κοντραμπάσων. Το ύφος αυτό, ουσιαστικά δημιουργεί την απαραίτητη αίγλη για να λάμψουν μεγάλες φωνές, όπως της Ουμ Κουλσούμ και μετέπειτα της Φαϊρούζ. Την νοοτροπία αυτήν σε κάποιες περιπτώσεις ακολούθησαν, όχι όμως σε μεγάλη έκταση, οι Τούρκοι, με μεγάλες ορχήστρες της ραδιοφωνίας, πλαισιωμένες από χορωδίες και σολίστες. Αντίθετα στο Ιράκ και την Περσία συντηρούνται τα μικρά παλαιού τύπου 4μελή ή 5μελή σύνολα, όπου εκεί το ούτι έχει έναν ισότιμο ρόλο. Το παλαιό αραβοπερσικό ύφος, συντηρείται και καλλιεργείται ευλαβικά.

Munir Bashir (1930-1997)
 Στο Β' μισό του 20 αιώνα, ωστόσο, ένας σπουδαίος δεξιοτέχνης, ο ιρακινής καταγωγής Munir Bashir (1930-1997, «ο Εμίρης του ουτιού», όπως τιμητικά αποκαλείται), αφορμώμενος από την παλαιά τεχνοτροπία, εμπλουτίζει το ύφος με πολλά δυτικά στοιχεία, ακόμα και σύγχρονης μουσικής, τόσο διευρύνοντας τα ηχοχρώματα, όσο και την φρασεολογία, αποτολμώντας μέχρι και δωδεκαφθογγικές φράσεις. Επίσης, καθοδηγεί τους κατασκευαστές σε έναν νέο τύπο οργάνου, με κινούμενο καβαλάρη στον οποίο οι χορδές πατάνε, εξαπλωμένες σε όλο το μήκος του οργάνου, καθιστώντας τον ήχο του πιο δυνατό και πιο «τραγανό».

Το περσικό και ιρακινό ούτι, μαζί με την μουσική των λαών αυτών, παρακμάζει εξ αιτίας των συνεχόμενων πολέμων, αλλά και μέσα στο διευρυνόμενο και ισχυροποιούμενο θρησκευτικό πλαίσιο που σχεδόν απαγορεύει την καλλιέργεια κοσμικής μουσικής, προκρίνοντας την εμμελή απαγγελία του Κορανίου. Με αυτή την αφορμή, σπουδαίοι πέρσες και ιρακινοί μουσικοί μεταναστεύουν σε Ευρώπη και Αμερική και διαδίδουν τη μουσική της πατρίδας τους.

 Το ούτι εντάσσεται συχνά και στις λαϊκές ορχήστρες των κέντρων διασκέδασης της Ανατολής. Στην ελληνική δισκογραφία η παρουσία του συχνή στις ηχογραφήσεις της Ρόζας Εσκενάζυ, όπου στην ορχήστρα της έπαιζε ο Αγάπιος Τομπούλης (1885-1965) και αργότερα ο Γιάννης Σούλης (1917-1988). Στην δημοτική μας μουσική εντάσσεται στις ορχήστρες των ιδιωμάτων της Μ.Ασίας, της Χίου και της Μυτιλήνης, της Θράκης και της Μακεδονίας, αλλά και των ταμπαχανιώτικων της Κρήτης. Γνωστοί από τους παλαιούς ουτίστες (ή ουτσάδες) ο θρακιώτης Καριοφύλλης Δοϊτσίδης, και ο Νίκος Σαραγούδας από τα Σπάτα, ενώ από τους νέους οι αθηναίοι Αντώνης Απέργης, Χρήστος Τσιαμούλης, Κυριάκος Ταπάκης, Γιώργος Παππάς, οι θεσσαλονικείς Κυριάκος Καλαϊτζίδης και Νίκος Δημητριάδης, και ο χιώτης Μάρκελλος Πούπαλος. Επίσης, σημαντικότατη είναι η παρουσία στην Ελλάδα της ιρλανδικής καταγωγής ουτίστας, διδαγμένης στη Αίγυπτο, Ιωάννας Άντριους.


διάφορα χορδίσματα του ουτιού

χορδές

1η
2η
3η
4η
5η
6η
αραβικό
do 4
sol 3
re 3
la 2
sol 2  
ή  mi 2    
re 2 
ή  do 2 ή  si 1
τουρκικό
το αραβικό μεταφερμένο ένα τόνο (2η Μεγάλη) πάνω
περσικό
το αραβικό μεταφερμένο μία 4η καθαρή πάνω



Δεν υπάρχουν σχόλια:

οι δημοφιλέστερες αναρτήσεις του ιστολογίου